ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
Κεφάλαιο 6
Θάνατος του Ιωάννη, χορτασμός των 5.000 και
η βόλτα στην θάλασσα
6,1Καὶ ἐξῆλθεν ἐκεῖθεν καὶ ἦλθεν εἰς τὴν πατρίδα ἑαυτοῦ· καὶ ἀκολουθοῦσιν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ.
6,2καὶ γενομένου σαββάτου ἤρξατο ἐν τῇ συναγωγῇ διδάσκειν· καὶ πολλοὶ ἀκούοντες ἐξεπλήσσοντο λέγοντες· πόθεν τούτῳ ταῦτα; καὶ τίς ἡ σοφία ἡ δοθεῖσα αὐτῷ, καὶ δυνάμεις τοιαῦται διὰ τῶν χειρῶν αὐτοῦ γίνονται;
6,3οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ τέκτων, ὁ υἱὸς τῆς Μαρίας, ἀδελφὸς δὲ Ἰακώβου καὶ Ἰωσῆ καὶ Ἰούδα καὶ Σίμωνος; καὶ οὐκ εἰσὶν αἱ ἀδελφαὶ αὐτοῦ ὧδε πρὸς ἡμᾶς; καὶ ἐσκανδαλίζοντο ἐν αὐτῷ.(6,3) "«Δεν είναι αυτός ο μαραγκός, ο γιος της Μαρίας, αδελφός του Ιακώβου, του Ιωσή και του Σίμωνα; και δεν είναι οι αδερφές του εδώ μαζί μας;» Και σκανδαλίζονταν."
Αυτός είναι ο μοναδικός στίχος της Καινής Διαθήκης στον οποίο αναφέρεται ότι ο Ιησούς ήταν μαραγκός. Στο παλιότερο χειρόγραφο του Ευαγγελίου του Μάρκου λέει: «Δεν είναι αυτός ο γιος του μαραγκού […]» Πάντως προφανώς δεν υπήρχε σε κανένα ευαγγέλιο κατά την εποχή του Ωριγένη (3ο αι. μ.κ.χ) σύμφωνα με τον οποίο «σε κανένα Ευαγγέλιο των Εκκλησιών δεν περιγράφεται ο Ιησούς ως μαραγκός.» (βλ. Ωριγένης κατά Κέλσου, κεφ. 36.)
Ο Ιησούς είχε τουλάχιστον έξι αδέρφια, τέσσερις αδερφούς και τουλάχιστον δύο αδερφές). Παρόλα αυτά η Μαρία αναφέρεται ως αειπάρθενος.
6,4ἔλεγε δὲ αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ὅτι οὐκ ἔστι προφήτης ἄτιμος εἰ μὴ ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ καὶ ἐν τοῖς συγγενέσι καὶ ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ.(6,4-5) Ο Ιησούς απορρίπτεται από αυτούς που τον γνωρίζουν καλύτερα από όλους, τους συμπατριώτες του από την Ναζαρέτ.
(6,4)"Και τους έλεγε ο Ιησούς ότι πουθενά δεν αρνούνται να τιμήσουν έναν προφήτη εκτός από την πατρίδα του, μεταξύ των συγγενών και των οικιακών του."
(6,5)"Και δεν μπορούσε να κάνει κανένα θαύμα εκεί, παρά μόνο λίγους αρρώστους θεράπευσε βάζοντας πάνω τους τα χέρια του."
Πόση δύναμη είχε ο Ιησούς;
Είναι ο Θεός παντοδύναμος;
6,5καὶ οὐκ ἠδύνατο ἐκεῖ οὐδεμίαν δύναμιν ποιῆσαι, εἰ μὴ ὀλίγοις ἀρρώστοις ἐπιθεὶς τὰς χεῖρας ἐθεράπευσε.
6,6καὶ ἐθαύμαζε διὰ τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν. Καὶ περιῆγε τὰς κώμας κύκλῳ διδάσκων.
6,7Καὶ προσκαλεῖται τοὺς δώδεκα, καὶ ἤρξατο αὐτοὺς ἀποστέλλειν δύο δύο, καὶ ἐδίδου αὐτοῖς ἐξουσίαν τῶν πνευμάτων τῶν ἀκαθάρτων,(6,7) "Και προσκάλεσε τους δώδεκα και άρχισε να τους στέλνει δυο-δυο και τους έδωσε [την δύναμη] να εξουσιάζουν τα ακάθαρτα πνεύματα,"
Ο Ιησούς στέλνει τους μαθητές του δυο-δυο να διώχνουν τα ακάθαρτα πνεύματα.
6,8καὶ παρήγγειλεν αὐτοῖς ἵνα μηδὲν αἴρωσιν εἰς ὁδὸν εἰ μὴ ῥάβδον μόνον, μὴ πήραν, μὴ ἄρτον, μὴ εἰς τὴν ζώνην χαλκόν,(6,8-9)
(6,8) "Και τους παρήγγειλε να μην παίρνουν τίποτα στον δρόμο παρά μόνο ένα ραβδί, ούτε δισάκι ούτε ψωμί ούτε χρήματα,"
(6,9) "αλλά να φοράνε σανδάλια και να μην φορούν δύο χιτώνες."
Είπε ο Ιησούς στους μαθητές του να τριγυρνούν ξυπόλητοι και χωρίς ραβδί;
6,9ἀλλ᾿ ὑποδεδεμένους σανδάλια, καὶ μὴ ἐνδεδύσθαι δύο χιτῶνας.
6,10καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· ὅπου ἐὰν εἰσέλθητε εἰς οἰκίαν, ἐκεῖ μένετε ἕως ἂν ἐξέλθητε ἐκεῖθεν·
6,11καὶ ὅσοι ἐὰν μὴ δέξωνται ὑμᾶς μηδὲ ἀκούσωσιν ὑμῶν, ἐκπορευόμενοι ἐκεῖθεν ἐκτινάξατε τὸν χοῦν τὸν ὑποκάτω τῶν ποδῶν ὑμῶν εἰς μαρτύριον αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀνεκτότερον ἔσται Σοδόμοις ἢ Γομόρροις ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ἢ τῇ πόλει ἐκείνῃ.(6,11) "«Και όσοι δεν σας δεχθούν και δεν σας ακούσουν, […] αμήν, σας λέω, τα Σόδομα και τα Γόμορρα θα κριθούν ευνοϊκότερα την ημέρα της κρίσης από εκείνη την πόλη.»"
Όποια πόλη δεν δεχθεί τους μαθητές του Ιησού, θα καταστραφεί με τρόπο χειρότερο και αγριότερο από αυτόν με τον οποίο καταστράφηκαν τα Σόδομα και η Γομόρρα.
6,12Καὶ ἐξελθόντες ἐκήρυσσον ἵνα μετανοήσωσι,
6,13καὶ δαιμόνια πολλὰ ἐξέβαλλον, καὶ ἤλειφον ἐλαίῳ πολλοὺς ἀρρώστους καὶ ἐθεράπευον.(6,13) "Και έδιωχναν πολλούς δαίμονες και άλειφαν με λάδι πολλούς ασθενείς και τους θεράπευαν."
6,14Καὶ ἤκουσεν ὁ βασιλεὺς Ἡρῴδης· φανερὸν γὰρ ἐγένετο τὸ ὄνομα αὐτοῦ· καὶ ἔλεγεν ὅτι Ἰωάννης ὁ βαπτίζων ἐκ νεκρῶν ἠγέρθη, καὶ διὰ τοῦτο ἐνεργοῦσιν αἱ δυνάμεις ἐν αὐτῷ.(6,14-15) Υπήρχε μεγάλη διχογνωμία και σύγχυση για το ποιος ήταν τελικά ο Ιησούς. Κάποιοι νόμιζαν ότι ήταν ο Ηλίας ή κάποιος από τους προφήτες. Άλλοι (όπως ο Ηρώδης) νόμιζαν ότι ήταν ο Ιωάννης ο βαπτιστής που αναστήθηκε (αν και δεδομένου ότι ο Ιωάννης ο βαπτιστής είχε πεθάνει πρόσφατα και ο κόσμος ήξερε το πρόσωπό του).
(6,14) "Και τα άκουσε ο βασιλιάς Ηρώδης. Διότι το όνομά του [του Ιησού] είχε γίνει γνωστό. Και έλεγε ότι ο Ιωάννης ο βαπτιστής αναστήθηκε από τους νεκρούς και για αυτό κάνει θαύματα."
(6,15) "Άλλοι έλεγαν ότι ήταν ο Ηλίας· άλλοι έλεγαν ότι αυτός είναι ένας από τους προφήτες."
6,15ἄλλοι ἔλεγον ὅτι Ἠλίας ἐστίν· ἄλλοι δὲ ἔλεγον ὅτι προφήτης ἐστὶν ὡς εἷς τῶν προφητῶν.
6,16ἀκούσας δὲ ὁ Ἡρῴδης εἶπεν ὅτι ὃν ἐγὼ ἀπεκεφάλισα Ἰωάννην, οὗτός ἐστιν· αὐτὸς ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν.(6,16) "Όταν τα άκουσε αυτά ο Ηρώδης είπε ότι «αυτός είναι ο Ιωάννης, τον οποίο εγώ αποκεφάλισα. Αναστήθηκε από τους νεκρούς.»"
Νόμιζε ο Ηρώδης ότι ο Ιησούς ήταν ο Ιωάννης ο βαπτιστής;
6,17αὐτὸς γὰρ ὁ Ἡρῴδης ἀποστείλας ἐκράτησε τὸν Ἰωάννην καὶ ἔδησεν αὐτὸν ἐν φυλακῇ διὰ Ἡρῳδιάδα τὴν γυναῖκα Φιλίππου τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, ὅτι αὐτὴν ἐγάμησεν.
6,18ἔλεγεν γὰρ ὁ Ἰωάννης τῷ Ἡρῴδῃ ὅτι οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου.
6,19ἡ δὲ Ἡρῳδιὰς ἐνεῖχεν αὐτῷ καὶ ἤθελεν αὐτὸν ἀποκτεῖναι, καὶ οὐκ ἠδύνατο·
6,20ὁ γὰρ Ἡρῴδης ἐφοβεῖτο τὸν Ἰωάννην, εἰδὼς αὐτὸν ἄνδρα δίκαιον καὶ ἅγιον, καὶ συνετήρει αὐτόν, καὶ ἀκούσας αὐτοῦ πολλὰ ἐποίει καὶ ἡδέως αὐτοῦ ἤκουε.(6,20) "Διότι ο Ηρώδης φοβόταν τον Ιωάννη, επειδή ήξερε ότι ήταν δίκαιος και άγιος άνδρας, τον συντηρούσε και έκανε πολλά από αυτά που του έλεγε και τον άκουγε με ευχαρίστηση."
Έχει υπάρξει ποτέ δίκαιος άνθρωπος;
6,21καὶ γενομένης ἡμέρας εὐκαίρου, ὅτε Ἡρῴδης τοῖς γενεσίοις αὐτοῦ δεῖπνον ἐποίει τοῖς μεγιστᾶσιν αὐτοῦ καὶ τοῖς χιλιάρχοις καὶ τοῖς πρώτοις τῆς Γαλιλαίας,(6,21) "Και όταν έφτασε η ευκαιρία, όταν ο Ηρώδης έκανε δείπνο γενεθλίων στους άρχοντες, τους χιλιάρχους και τους πρώτους πολίτες της Γαλιλαίας"
Μάρτυρες του Ιεχωβά και γενέθλια
6,22καὶ εἰσελθούσης τῆς θυγατρὸς αὐτῆς τῆς Ἡρῳδιάδος καὶ ὀρχησαμένης καὶ ἀρεσάσης τῷ Ἡρῴδη καὶ τοῖς συνανακειμένοις, εἶπεν ὁ βασιλεὺς τῷ κορασίῳ· αἴτησόν με ὃ ἐὰν θέλῃς, καὶ δώσω σοι.
6,23καὶ ὤμοσεν αὐτῇ ὅτι ὃ ἐάν με αἰτήσῃς δώσω σοι, ἕως ἡμίσους τῆς βασιλείας μου.
6,24ἡ δὲ ἐξελθοῦσα εἶπε τῇ μητρὶ αὐτῆς· τί αἰτήσομαι; ἡ δὲ εἶπε· τὴν κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ.
6,25καὶ εἰσελθοῦσα εὐθέως μετὰ σπουδῆς πρὸς τὸν βασιλέα ᾐτήσατο λέγουσα· θέλω ἵνα μοι δῷς ἐξαυτῆς ἐπὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ.
6,26καὶ περίλυπος γενόμενος ὁ βασιλεύς, διὰ τοὺς ὅρκους καὶ τοὺς συνανακειμένους οὐκ ἠθέλησεν αὐτὴν ἀθετῆσαι.
6,27καὶ εὐθέως ἀποστείλας ὁ βασιλεὺς σπεκουλάτωρα ἐπέταξεν ἐνεχθῆναι τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ.
6,28ὁ δὲ ἀπελθὼν ἀπεκεφάλισεν αὐτὸν ἐν τῇ φυλακῇ, καὶ ἤνεγκε τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἐπὶ πίνακι καὶ ἔδωκεν αὐτὴν τῷ κορασίῳ, καὶ τὸ κοράσιον ἔδωκεν αὐτὴν τῇ μητρὶ αὐτῆς.
6,29καὶ ἀκούσαντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἦλθον καὶ ἦραν τὸ πτῶμα αὐτοῦ, καὶ ἔθηκαν αὐτὸ ἐν μνημείῳ.
6,30Καὶ συνάγονται οἱ ἀπόστολοι πρὸς τὸν Ἰησοῦν, καὶ ἀπήγγειλαν αὐτῷ πάντα, καὶ ὅσα ἐποίησαν καὶ ὅσα ἐδίδαξαν.
6,31καὶ εἶπεν αὐτοῖς· δεῦτε ὑμεῖς αὐτοὶ κατ᾿ ἰδίαν εἰς ἔρημον τόπον, καὶ ἀναπαύεσθε ὀλίγον· ἦσαν γὰρ οἱ ἐρχόμενοι καὶ οἱ ὑπάγοντες πολλοί, καὶ οὐδὲ φαγεῖν εὐκαίρουν.
6,32καὶ ἀπῆλθον εἰς ἔρημον τόπον ἐν πλοίῳ κατ᾿ ἰδίαν.
6,33καὶ εἶδον αὐτοὺς ὑπάγοντας, καὶ ἐπέγνωσαν αὐτοὺς πολλοί, καὶ πεζῇ ἀπὸ πασῶν τῶν πόλεων συνέδραμον ἐκεῖ καὶ προῆλθον αὐτοὺς καὶ συνῆλθον πρὸς αὐτόν.
6,34Καὶ ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς εἶδε πολὺν ὄχλον καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτοῖς, ὅτι ἦσαν ὡς πρόβατα μὴ ἔχοντα ποιμένα, καὶ ἤρξατο διδάσκειν αὐτοὺς πολλά.(6,34-44) Ο Ιησούς ταΐζει 5.000 άνδρες (συν γυναίκες και παιδιά) με πέντε ψωμιά και δύο ψάρια. Και περίσσεψαν και δώδεκα κοφίνια.
(6,34) "Όταν βγήκε ο Ιησούς είδε μεγάλο όχλο και τους λυπήθηκε διότι ήταν σαν πρόβατα χωρίς ποιμένα και άρχισε να τους διδάσκει πολλά."
6,35Καὶ ἤδη ὥρας πολλῆς γενομένης προσελθόντες αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγουσιν ὅτι ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἤδη ὥρα πολλή·
6,36ἀπόλυσον αὐτούς, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τοὺς κύκλῳ ἀγροὺς καὶ κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς ἄρτους· τί γὰρ φάγωσιν οὐκ ἔχουσιν.
6,37ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. καὶ λέγουσιν αὐτῷ· ἀπελθόντες ἀγοράσωμεν δηναρίων διακοσίων ἄρτους καὶ δῶμεν αὐτοῖς φαγεῖν;(6,37) "Και τους αποκρίθηκε: «Δώστε τους να φάνε.» Και του λένε: «Να πάμε να αγοράσουμε ψωμιά για διακόσια δηνάρια και να τους δώσουμε να φάνε;»"
6,38ὁ δὲ λέγει αὐτοῖς· πόσους ἄρτους ἔχετε; ὑπάγετε καὶ ἴδετε. καὶ γνόντες λέγουσι· πέντε, καὶ δύο ἰχθύας.(6,38) "Αυτός τους λέει: «Πόσα ψωμιά έχετε; Πηγαίνετε να δείτε.» Και αφού είδαν, του είπαν: «Πέντε και δύο ψάρια.»"
6,39καὶ ἐπέταξεν αὐτοῖς ἀνακλῖναι πάντας συμπόσια συμπόσια ἐπὶ τῷ χλωρῷ χόρτῳ.
6,40καὶ ἀνέπεσον πρασιαὶ πρασιαὶ ἀνὰ ἑκατὸν καὶ ἀνὰ πεντήκοντα.
6,41καὶ λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κατέκλασε τοὺς ἄρτους καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς ἵνα παραθῶσιν αὐτοῖς, καὶ τοὺς δύο ἰχθύας ἐμέρισε πᾶσι.(6,41) "Και αφού πήρε τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, κοίταξε στον ουρανό, τα ευλόγησε και έκοψε τα ψωμιά και τα έδινε στους μαθητές του να τα μοιράσουν και τα δύο ψάρια τα μοίρασε σε όλους."
6,42καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν,(6,42) "Και έφαγαν όλοι και χόρτασαν."
6,43καὶ ἦραν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις, καὶ ἀπὸ τῶν ἰχθύων.(6,43) "Και μάζεψαν από τα κομμάτια που περίσσεψαν και από τα ψάρια δώδεκα γεμάτα κοφίνια."
6,44καὶ ἦσαν οἱ φαγόντες τοὺς ἄρτους πεντακισχίλιοι ἄνδρες.(6,44) "Και αυτοί που έφαγαν τα ψωμιά ήταν περίπου πέντε χιλιάδες."
6,45Καὶ εὐθέως ἠνάγκασε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν εἰς τὸ πέραν πρὸς Βηθσαϊδάν, ἕως αὐτὸς ἀπολύσῃ τὸν ὄχλον·
6,46καὶ ἀποταξάμενος αὐτοῖς ἀπῆλθεν εἰς τὸ ὄρος προσεύξασθαι.
6,47καὶ ὀψίας γενομένης ἦν τὸ πλοῖον ἐν μέσῳ τῆς θαλάσσης, καὶ αὐτὸς μόνος ἐπὶ τῆς γῆς.
6,48καὶ ἰδὼν αὐτοὺς βασανιζομένους ἐν τῷ ἐλαύνειν· ἦν γὰρ ὁ ἄνεμος ἐναντίος αὐτοῖς· καὶ περὶ τετάρτην φυλακὴν τῆς νυκτὸς ἔρχεται πρὸς αὐτοὺς περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης, καὶ ἤθελε παρελθεῖν αὐτούς.(6,48-51) Ο Ιησούς περπατά στην θάλασσα και καλμάρει τον καιρό.
(6,48) "Και τους είδε να βασανίζονται με το πλοίο· διότι ο άνεμος ήταν αντίθετος […] έρχεται σε αυτούς περπατώντας στην θάλασσα και ήθελε να τους προσπεράσει."
(6,49) "Αυτοί όταν τον είδαν να περπατά στην θάλασσα νόμιζαν ότι ήταν φάντασμα και φώναξαν."
(6,50) "Διότι τον είδαν όλοι και τρόμαξαν. Και αμέσως τους μίλησε και τους είπε: «Θάρρος, εγώ είμαι, μην φοβάστε.»"
(6,51) "Και ανέβηκε στο πλοίο και ο άνεμος κόπασε. Και για άλλη μία φορά εξεπλάγησαν και θαύμασαν."
6,49οἱ δὲ ἰδόντες αὐτὸν περιπατοῦντα ἐπὶ τῆς θαλάσσης ἔδοξαν φάντασμα εἶναι, καὶ ἀνέκραξαν·
6,50πάντες γὰρ αὐτὸν εἶδον καὶ ἐταράχθησαν. καὶ εὐθέως ἐλάλησε μετ᾿ αὐτῶν καὶ λέγει αὐτοῖς· θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι, μὴ φοβεῖσθε.
6,51καὶ ἀνέβη εἰς τὸ πλοῖον πρὸς αὐτούς, καὶ ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος· καὶ λίαν ἐκ περισσοῦ ἐν ἑαυτοῖς ἐξίσταντο καὶ ἐθαύμαζον.
6,52οὐ γὰρ συνῆκαν ἐπὶ τοῖς ἄρτοις, ἀλλ᾿ ἦν αὐτῶν ἡ καρδία πεπωρωμένη.
6,53Καὶ διαπεράσαντες ἀπῆλθον ἐπὶ τὴν γῆν Γεννησαρὲτ καὶ προσωρμίσθησαν.
6,54καὶ ἐξελθόντων αὐτῶν ἐκ τοῦ πλοίου εὐθέως ἐπιγνόντες αὐτὸν
6,55περιέδραμον ὅλην τὴν περίχωρον ἐκείνην καὶ ἤρξαντο ἐπὶ τοῖς κραβάττοις τοὺς κακῶς ἔχοντας περιφέρειν ὅπου ἤκουον ὅτι ἐκεῖ ἐστι·
6,56καὶ ὅπου ἂν εἰσεπορεύετο εἰς κώμας ἢ πόλεις ἢ ἀγρούς, ἐν ταῖς ἀγοραῖς ἐτίθεσαν τοὺς ἀσθενοῦντας καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα κἂν τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ ἅψωνται· καὶ ὅσοι ἂν ἥπτοντο αὐτοῦ, ἐσῴζοντο.(6,56) "Και όπου κι αν πήγαινε σε χωριά ή πόλεις ή αγρούς στις πλατείες έβαζαν τους ασθενείς και τον παρακαλούσαν να ακουμπήσουν έστω την άκρη από το ιμάτιό του· και όσοι το ακουμπούσαν, θεραπεύονταν."
Τελευταία ενημέρωση: 23 Ιουλίου 2016