ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
Κεφάλαιο 8
8,1Ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις πάλιν πολλοῦ ὄχλου ὄντος καὶ μὴ ἐχόντων τί φάγωσι, προσκαλεσάμενος ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ λέγει αὐτοῖς·(8,1-9) Οι μαθητές αναρωτιούνται πού θα βρουν φαγητό για τόσες χιλιάδες κόσμου. Δεν θα έπρεπε να ξέρουν, αφού ο Ιησούς ξαναέκανε το ίδιο κόλπο στους Μκ 6,34-44; Αυτή η δίδυμη ιστορία είναι πιθανότατα το αποτέλεσμα δύο προφορικών παραδόσεων του ίδιου μύθου.
(8,1) "Εκείνες τις ημέρες που υπήρχε πάλι μεγάλος όχλος και δεν είχαν τι να φάνε, ο Ιησούς κάλεσε τους μαθητές του και τους λέει:"
(8,2) "Λυπάμαι τον όχλο, διότι με περιμένουν ήδη τρεις ημέρες και δεν έχουν τι να φάνε.»"

(8,4) "Και του αποκρίθηκαν οι μαθητές του: «Από πού θα μπορέσει κανείς εδώ στην ερημιά να χορτάσει με ψωμί;»"
(8,5) "Και τους ρώτησε: «Πόσα ψωμιά έχετε;» Αυτοί είπαν: «Επτά.»"
(8,6) "Παρήγγειλε στον όχλο να καθίσουν στην γη. Και αφού πήρε τα επτά ψωμιά και προσευχήθηκε, τα έκοψε και έδωσε στους μαθητές του για να τα μοιράσουν. Και τα μοίρασαν στον όχλο."
(8,7) "Και είχαν και λίγα ψαράκια. Αφού τα ευλόγησε κι αυτά, είπε να τα μοιράσουν."
(8,8) "Έφαγαν και χόρτασαν. Και μάζεψαν από το περίσευμα επτά κοφίνια."
(8,9) "Και ήταν περίπου τέσσερις χιλιάδες. Και τους έδιωξε."

8,2σπλαγχνίζομαι ἐπὶ τὸν ὄχλον, ὅτι ἤδη ἡμέραι τρεῖς προσμένουσί μοι καὶ οὐκ ἔχουσι τί φάγωσι·
8,3καὶ ἐὰν ἀπολύσω αὐτοὺς νήστεις εἰς οἶκον αὐτῶν, ἐκλυθήσονται ἐν τῇ ὁδῷ· τινὲς γὰρ αὐτῶν ἀπὸ μακρόθεν ἥκασι.
8,4καὶ ἀπεκρίθησαν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· πόθεν τούτους δυνήσεταί τις ὧδε χορτάσαι ἄρτων ἐπ᾿ ἐρημίας;
8,5καὶ ἐπηρώτα αὐτούς· πόσους ἔχετε ἄρτους; οἱ δὲ εἶπον· ἑπτά.
8,6καὶ παρήγγειλε τῷ ὄχλῳ ἀναπεσεῖν ἐπὶ τῆς γῆς· καὶ λαβὼν τοὺς ἑπτὰ ἄρτους εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ἵνα παρατιθῶσι· καὶ παρέθηκαν τῷ ὄχλῳ.
8,7καὶ εἶχον ἰχθύδια ὀλίγα· καὶ αὐτὰ εὐλογήσας εἶπε παρατιθέναι καὶ αὐτά.
8,8ἔφαγον δὲ καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν περισσεύματα κλασμάτων ἑπτὰ σπυρίδας.
8,9ἦσαν δὲ ὡς τετρακισχίλιοι· καὶ ἀπέλυσεν αὐτούς.
8,10Καὶ ἐμβὰς εὐθὺς εἰς τὸ πλοῖον μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ ἦλθεν εἰς τὰ μέρη Δαλμανουθά.
8,11Καὶ ἐξῆλθον οἱ Φαρισαῖοι καὶ ἤρξαντο συζητεῖν αὐτῷ, ζητοῦντες παρ᾿ αὐτοῦ σημεῖον ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ, πειράζοντες αὐτόν.(8,11-12)
(8,11) "Και ξεπρόβαλαν οι Φαρισαίοι και άρχισαν να συζητούν μαζί του, ζητώντας του σημάδι από τον ουρανό, βάζοντάς τον σε πειρασμό."
(8,12) "Και αφού αναστέναξε η ψυχή του, είπε: «Γιατί ζητά αυτή η γενιά σημάδι; αμήν, σας λέω, δεν θα δοθεί σε αυτήν την γενιά σημάδι.»"
Έκανε ο Ιησούς σημεία ή/και τέρατα;
8,12καὶ ἀναστενάξας τῷ πνεύματι αὐτοῦ λέγει· τί ἡ γενεὰ αὕτη σημεῖον ἐπιζητεῖ; ἀμὴν λέγω ὑμῖν, εἰ δοθήσεται τῇ γενεᾷ ταύτῃ σημεῖον.
8,13καὶ ἀφεὶς αὐτοὺς εἰς τὸ πλοῖον ἀπῆλθε πάλιν.
8,14Καὶ ἐπελάθοντο λαβεῖν ἄρτους, καὶ εἰ μὴ ἕνα ἄρτον οὐκ εἶχον μεθ᾿ ἑαυτῶν ἐν τῷ πλοίῳ.
8,15καὶ διεστέλλετο αὐτοῖς λέγων· ὁρᾶτε, βλέπετε ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καὶ τῆς ζύμης Ἡρῴδου.
8,16καὶ διελογίζοντο πρὸς ἀλλήλους λέγοντες ὅτι ἄρτους οὐκ ἔχομεν.
8,17καὶ γνοὺς ὁ Ἰησοῦς λέγει αὐτοῖς· τί διαλογίζεσθε ὅτι ἄρτους οὐκ ἔχετε; οὔπω νοεῖτε οὐδὲ συνίετε; ἔτι πεπωρωμένην ἔχετε τὴν καρδίαν ὑμῶν;
8,18ὀφθαλμοὺς ἔχοντες οὐ βλέπετε, καὶ ὦτα ἔχοντες οὐκ ἀκούετε; καὶ οὐ μνημονεύετε;
8,19ὅτε τοὺς πέντε ἄρτους ἔκλασα εἰς τοὺς πεντακισχιλίους, καὶ πόσους κοφίνους κλασμάτων πλήρεις ἤρατε; λέγουσιν αὐτῶ· δώδεκα.
8,20ὅτε δὲ τοὺς ἑπτὰ εἰς τοὺς τετρακισχιλίους, πόσων σπυρίδων πληρώματα κλασμάτων ἤρατε; οἱ δὲ εἶπον· ἑπτά.
8,21καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· οὔπω συνίετε;
8,22Καὶ ἔρχεται εἰς Βηθσαϊδά. καὶ φέρουσιν αὐτῷ τυφλὸν καὶ παρακαλοῦσιν αὐτὸν ἵνα αὐτοῦ ἅψηται.(8,22-23) Ο Ιησούς θεραπεύει έναν τυφλό φτύνοντας στα μάτια του.
(8,22) "Και έρχεται στην Βηθσαϊδά και του φέρνουν τυφλό και τον παρακαλούν να τον ακουμπήσει."
Πού θεράπευσε ο Ιησούς τον τυφλό;
(8,23) "Και αφού πήρε τον τυφλό από το χέρι, τον έβγαλε έξω από το χωριό, έφτυσε στα μάτια του και βάζοντας τα χέρια του σε αυτόν τον ρωτά αν βλέπει τίποτα."
Πώς θεράπευσε ο Ιησούς τον τυφλό;
8,23καὶ ἐπιλαβόμενος τῆς χειρὸς τοῦ τυφλοῦ ἐξήγαγεν αὐτὸν ἔξω τῆς κώμης, καὶ πτύσας εἰς τὰ ὄμματα αὐτοῦ, ἐπιθεὶς τὰς χεῖρας αὐτῷ ἐπηρώτα αὐτὸν εἴ τι βλέπει.
8,24καὶ ἀναβλέψας ἔλεγε· βλέπω τοὺς ἀνθρώπους ὡς δένδρα περιπατοῦντας.(8,24-25) Το φτύσιμο του Ιησού δεν ήταν απόλυτα αποτελεσματικό κι έτσι ο Ιησούς προσπάθησε ξανά. Έβαλε τα χέρια του στα μάτια του τυφλού (χωρίς να τα φτύσει) και αυτήν την φορά ο τυφλός τους έβλεπε όλους καθαρά. Ίσως ο άνθρωπος δεν έβλεπε από τα σάλια.
(8,24) "Αφού κοίταξε ψηλά είπε: «Βλέπω τους ανθρώπους να περπατούν σαν δέντρα.»"
(8,25) "Έπειτα πάλι έβαλε τα χέρια του στα μάτια του και τον έκανε να βλέπει καλά και αποκαταστάθηκε και έβλεπε μακριά και καθαρά τους πάντες."
8,25εἶτα πάλιν ἐπέθηκε τὰς χεῖρας ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ καὶ ἐποίησεν αὐτὸν ἀναβλέψαι, καὶ ἀποκατεστάθη, καὶ ἐνέβλεψε τηλαυγῶς ἅπαντας.
8,26καὶ ἀπέστειλεν αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ λέγων· μηδὲ εἰς τὴν κώμην εἰσέλθῃς μηδὲ εἴπῃς τινὶ ἐν τῇ κώμῃ.
8,27Καὶ ἐξῆλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ εἰς τὰς κώμας Καισαρείας τῆς Φιλίππου· καὶ ἐν τῇ ὁδῷ ἐπηρώτα τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ λέγων αὐτοῖς· τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι;(8,27-28) Υπήρχαν διάφορες απόψεις για την ταυτότητα του Ιησού. Κάποιοι νόμιζαν ότι είναι ο Ηλίας ή κάποιος προφήτης. Άλλοι ότι είναι ο αναστημένος Ιωάννης βαπτιστής (οι αναστάσεις φαίνεται ότι γίνονταν συχνά εκείνη την εποχή). Με τέτοια ευπιστία που υπήρχε τότε, οποιοσδήποτε θα μπορούσε να περάσει για αναστημένος Ιησούς λίγο αργότερα.
(8,27) "[…] Και στον δρόμο ρώτησε τους μαθητές του: «Ποιος λένε οι άνθρωποι ότι είμαι;»"
(8,28) "Αυτοί αποκρίθηκαν: «Ο Ιωάννης ο βαπτιστής και άλλοι ο Ηλίας και άλλοι ένας από τους προφήτες.»"
8,28οἱ δὲ ἀπεκρίθησαν· Ἰωάννην τὸν βαπτιστήν, καὶ ἄλλοι Ἠλίαν, ἄλλοι δὲ ἕνα τῶν προφητῶν.
8,29καὶ αὐτὸς λέγει αὐτοῖς· ὑμεῖς δὲ τίνα με λέγετε εἶναι; ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος λέγει αὐτῷ· σὺ εἶ ὁ Χριστός.
8,30Καὶ ἐπετίμησεν αὐτοῖς ἵνα μηδενὶ λέγωσι περὶ αὐτοῦ.
8,31Καὶ ἤρξατο διδάσκειν αὐτοὺς ὅτι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου πολλὰ παθεῖν, καὶ ἀποδοκιμασθῆναι ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων καὶ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν γραμματέων, καὶ ἀποκτανθῆναι, καὶ μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἀναστῆναι·(8,31) "Και άρχισε να τους διδάσκει ο υιός του ανθρώπου πρέπει να πάθει πολλά, να αποδοκιμαστεί από τους πρεσβύτερους, τους αρχιερείς και τους γραμματείς και να σκοτωθεί και μετά από τρεις ημέρες να αναστηθεί."
Είχε προειδοποιήσει ο Ιησούς τους μαθητές του για τον θάνατο και την ανάστασή του;
8,32καὶ παρρησίᾳ τὸν λόγον ἐλάλει. καὶ προσλαβόμενος αὐτὸν ὁ Πέτρος ἤρξατο ἐπιτιμᾶν αὐτῷ.(8,32-33) Όταν ο Πέτρος εξέφρασε τις διαμαρτυρίες του για τον επερχόμενο θάνατο του Ιησού, ο Ιησούς τον αποκάλεσε «σατανά» —έτσι απευθύνθηκε στην Αγιότητά του, τον πρώτο Πάπα.
(8,32) "[…] Ο Πέτρος, αφού τον πήρε μαζί του, άρχισε να τον επιπλήττει."
(8,33) "Αυτός αφού στράφηκε και είδε τους μαθητές του επέπληξε τον Πέτρο λέγοντας: «Φύγε από μπροστά μου, σατανά· διότι δεν σκέφτεσαι αυτά που θέλει ο Θεός αλλά αυτά που θέλουν οι άνθρωποι.»"
8,33ὁ δὲ ἐπιστραφεὶς καὶ ἰδὼν τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐπετίμησε τῷ Πέτρῳ λέγων· ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων.
8,34Καὶ προσκαλεσάμενος τὸν ὄχλον σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι.
8,35ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν.
8,36τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;
8,37ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;
8,38ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων.(8,38) "Όποιος ντραπεί για μένα και τα λόγια μου σε αυτήν την μοιχαλίδα και αμαρτωλή γενιά και ο υιός του ανθρώπου θα ντραπεί για αυτόν όταν έρθει με την δόξα του πατέρα του και με τους άγιους αγγέλους."
Αν ντρέπεσαι για τον Ιησού, ο Ιησούς θα ντραπεί για σένα. Το καρφί αυτό μάλλον προς τον Πέτρο πήγαινε (βλ. Μκ 14,66-72).
Τελευταία ενημέρωση: 23 Ιουλίου 2016