ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
Κεφάλαιο 14
Μερικά (ακόμη) θαύματα
14,1Ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ ἤκουσεν Ἡρῴδης ὁ τετράρχης τὴν ἀκοὴν Ἰησοῦ.(14,1-2)
(14,1) "Εκείνην την εποχή άκουσε για τον Ιησού ο τετράρχης Ηρώδης."
(14,2) "Και είπε στους δικούς του: «Αυτός είναι ο Ιωάννης ο βαπτιστής. Αναστήθηκε από τους νεκρούς […]»"
Ο Ηρώδης νόμιζε ότι ο Ιησούς ήταν ο Ιωάννης ο βαπτιστής που αναστήθηκε. Φαίνεται ότι αυτή ήταν η άποψη της κοινής γνώμης εκείνη την εποχή. (Βλ. Μτ 16,13-14, Μκ 6,14-15, 8,27-28, Λκ 9,7-8, 18-19). Αν τόσοι πολλοί από τους συγχρόνους του Ιησού είχαν γελαστεί και νόμιζαν ότι είναι ο Ιωάννης ο βαπτιστής και οι αναστάσεις ήταν τόσο κοινές, γιατί η ανάσταση του Ιησού είναι τόσο σημαντική;
Νόμιζε ο Ηρώδης ότι ο Ιησούς ήταν ο Ιωάννης ο βαπτιστής;
14,2καὶ εἶπε τοῖς παισὶν αὐτοῦ· οὗτός ἐστιν Ἰωάννης ὁ βαπτιστής· αὐτὸς ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν, καὶ διὰ τοῦτο αἱ δυνάμεις ἐνεργοῦσιν ἐν αὐτῷ.
14,3ὁ γὰρ Ἡρῴδης κρατήσας τὸν Ἰωάννην ἔδησεν αὐτὸν καὶ ἔθετο ἐν φυλακῇ διὰ Ἡρωδιάδα τὴν γυναῖκα Φιλίππου τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ.
14,4ἔλεγε γὰρ αὐτῷ ὁ Ἰωάννης· οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν αὐτήν.
14,5καὶ θέλων αὐτὸν ἀποκτεῖναι ἐφοβήθη τὸν ὄχλον, ὅτι ὡς προφήτην αὐτὸν εἶχον.
14,6γενεσίων δὲ ἀγομένων τοῦ Ἡρῴδου ὠρχήσατο ἡ θυγάτηρ τῆς Ἡρωδιάδος ἐν τῷ μέσῳ καὶ ἤρεσε τῷ Ἡρῴδη·(14,6) "Όταν έλαβαν χώρα τα γενέθλια του Ηρώδη, χόρεψε η κόρη της Ηρωδιάδας και άρεσε στον Ηρώδη."
Είναι ο χορός αμαρτία;
14,7ὅθεν μεθ᾿ ὅρκου ὡμολόγησεν αὐτῇ δοῦναι ὃ ἐὰν αἰτήσηται.
14,8ἡ δέ, προβιβασθεῖσα ὑπὸ τῆς μητρὸς αὐτῆς, δός μοι, φησίν, ὧδε ἐπὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ.
14,9καὶ ἐλυπήθη ὁ βασιλεύς, διὰ δὲ τοὺς ὅρκους καὶ τοὺς συνανακειμένους ἐκέλευσε δοθῆναι,
14,10καὶ πέμψας ἀπεκεφάλισε τὸν Ἰωάννην ἐν τῇ φυλακῇ.
14,11καὶ ἠνέχθη ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ ἐπὶ πίνακι καὶ ἐδόθη τῷ κορασίῳ, καὶ ἤνεγκε τῇ μητρὶ αὐτῆς.
14,12καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἦραν τὸ σῶμα καὶ ἔθαψαν αὐτό, καὶ ἐλθόντες ἀπήγγειλαν τῷ Ἰησοῦ.
14,13Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν ἐν πλοίῳ εἰς ἔρημον τόπον κατ᾿ ἰδίαν· καἰ ἀκούσαντες οἱ ὄχλοι ἠκολούθησαν αὐτῷ πεζῇ ἀπὸ τῶν πόλεων.
14,14Καὶ ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς εἶδε πολὺν ὄχλον, καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτοῖς καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν.(14,14) "Όταν βγήκε ο Ιησούς, είδε μεγάλο όχλο, τους συμπόνεσε και θεράπευσε τους αρρώστους τους."
14,15ὀψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα.(14,15-21) Ο Ιησούς τάϊσε περίπου 5.000 άνδρες (συν τα γυναικόπαιδα) με πέντε ψωμιά και δύο ψάρια. Και περίσσεψαν και 12 καλάθια.
(14,15) "Όταν έφτασε το απόγευμα, τον πλησίασαν οι μαθητές του και είπαν: «Το μέρος ερήμωσε και η ώρα πέρασε· διώξε τον όχλο, να πάνε στα χωριά να αγοράσουν τρόφιμα.»"
14,16ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν.(14,16) "Ο Ιησούς τους είπε: «Δεν έχουν ανάγκη να πάνε· δώστε τους εσείς να φάνε.»"
14,17οἱ δὲ λέγουσιν αὐτῷ· οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας.(14,17) "Αυτοί του είπαν: «Δεν έχουμε παρά μόνον πέντε ψωμιά και δύο ψάρια.»"
14,18ὁ δὲ εἶπε· φέρετέ μοι αὐτοὺς ὧδε.
14,19καὶ κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρτους, λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις.(14,19) "Και αφού είπε στον όχλο να καθίσει στο χορτάρι, πήρε τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, τα ευλόγησε κοιτώντας τον ουρανό, τα έκοψε και έδωσε στους μαθητές τα ψωμιά και οι μαθητές τα έδωσαν στον όχλο."
14,20καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις.(14,20) "Και έφαγαν όλοι και χόρτασαν και μάζεψαν ό,τι περίσσεψε σε δώδεκα γεμάτα καλάθια."
14,21οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων.(14,21) "Αυτοί που έφαγαν ήταν περίπου πέντε χιλιάδες άνδρες, πέρα από τις γυναίκες και τα παιδιά."
14,22Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους.
14,23καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος κατ᾿ ἰδίαν προσεύξασθαι. ὀψίας δὲ γενομένης μόνος ἦν ἐκεῖ.
14,24τὸ δὲ πλοῖον ἤδη μέσον τῆς θαλάσσης ἦν, βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων· ἦν γὰρ ἐναντίος ὁ ἄνεμος.
14,25τετάρτῃ δὲ φυλακῇ τῆς νυκτὸς ἀπῆλθε πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης.(14,25-31) Ο Ιησούς και ο Πέτρος περπατούν στο νερό. Κι εσύ μπορείς, αν δεν είσαι ολιγόπιστος.
(14,25) "[…] ο Ιησούς πήγε προς αυτούς περπατώντας στην θάλασσα."
14,26καὶ ἰδόντες αὐτὸν οἱ μαθηταὶ ἐπὶ τὴν θάλασσαν περιπατοῦντα ἐταράχθησαν λέγοντες ὅτι φάντασμά ἐστι, καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου ἔκραξαν.(14,26) "Όταν τον είδαν οι μαθητές να περπατά στην θάλασσα, ταράχθηκαν και έλεγαν ότι είναι φάντασμα και από τον φόβο τους φώναξαν."
14,27εὐθέως δὲ ἐλάλησεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε.(14,27) "Αμέσως τους μίλησε ο Ιησούς και τους είπε: «Θάρρος, εγώ είμαι· μην φοβάστε.»"
14,28ἀποκριθεὶς δὲ αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε· Κύριε, εἰ σὺ εἶ, κέλευσόν με πρός σε ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα.(14,28) "Ο Πέτρος του αποκρίθηκε: «Κύριε, αν είσαι εσύ, διάταξέ με να έρθω σε σένα πάνω στο νερό.»"
14,29ὁ δὲ εἶπεν, ἐλθέ. καὶ καταβὰς ἀπὸ τοῦ πλοίου ὁ Πέτρος περιεπάτησεν ἐπὶ τὰ ὕδατα ἐλθεῖν πρὸς τὸν Ἰησοῦν.(14,29) "Και αυτός είπε: «Έλα.» Και αφού κατέβηκε από το πλοίο, ο Πέτρος περπάτησε στο νερό για να πάει στον Ιησού."
14,30βλέπων δὲ τὸν ἄνεμον ἰσχυρὸν ἐφοβήθη, καὶ ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῶσόν με.(14,30) "Όταν είδε τον ισχυρό άνεμο, φοβήθηκε και όταν άρχισε να βυθίζεται φώναξε: «Κύριε, σώσε με.»"
14,31εὐθέως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· ὀλιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας;(14,31) "Αμέσως ο Ιησούς άπλωσε το χέρι του και τον έπιασε και του είπε: «Ολιγόπιστε! Γιατί δίστασες;»"
14,32καὶ ἐμβάντων αὐτῶν εἰς τὸ πλοῖον ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος·
14,33οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ λέγοντες· ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ.
14,34Καὶ διαπεράσαντες ἦλθον εἰς τὴν γῆν Γεννησαρέτ.
14,35καὶ ἐπιγνόντες αὐτὸν οἱ ἄνδρες τοῦ τόπου ἐκείνου ἀπέστειλαν εἰς ὅλην τὴν περίχωρον ἐκείνην, καὶ προσήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας,(14,35-36)
(14,35) "Όταν τον αντιλήφθηκαν οι άνδρες εκείνου του τόπου, έστειλαν [αγγελιαφόρους] σε όλα τα περίχωρα και του έφεραν όλους τους ασθενείς."
(14,36) "και τον παρακαλούσαν και μόνο την άκρη του ιματίου του να αγγίξουν· και όσοι την άγγιξαν, θεραπεύτηκαν."
14,36καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα κἂν μόνον ἅψωνται τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ· καὶ ὅσοι ἥψαντο διεσώθησαν.
Τελευταία ενημέρωση: 16 Ιουλίου 2016