ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
Κεφάλαιο 20
Η μαμά των Ζεβεδαίων
20,1Ὁμοία γάρ ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ οἰκοδεσπότῃ, ὅστις ἐξῆλθεν ἅμα πρωΐ μισθώσασθαι ἐργάτας εἰς τὸν ἀμπελῶνα αὐτοῦ.(20,1-15) Η παραβολή του άδικου εργοδότη
Η βασιλεία των ουρανών είναι σαν μία επιχείρηση που προσλαμβάνει προσωπικό και ενώ άλλοι δουλεύουν για 1 ώρα, άλλοι 3, άλλοι 6, άλλοι 9 και άλλοι 12 ώρες, πληρώνονται όλοι το ίδιο. Κι αν κάποιος διαμαρτυρηθεί, ο εργοδότης του λέει: τόσα συμφωνήσαμε, τόσα θα πάρεις. Στο κάτω κάτω δικά μου τα λεφτά και θα τα χρησιμοποιήσω όπως θέλω. Με βάση αυτήν την παραβολή ο David Barton κάποιοι ρεπουμπλικάνοι ισχυρίζονται ότι ο Ιησούς ήταν εναντίον του κατωτάτου μισθού..
Βέβαια ο εργοδότης δεν είπε στους άλλους ότι θα τους πληρώσει ένα συγκεκριμένο ποσό αλλά ό,τι είναι δίκαιο. Είναι δίκαιο να κάποιος να πληρώνεται 12 φορές περισσότερο από κάποιον άλλο, όταν κάνουν την ίδια δουλειά;

(20,1) "«Διότι η βασιλεία των ουρανών είναι παρόμοια με τον οικοδεσπότη, ο οποίος βγήκε το πρωί να μισθώσει εργάτες για το αμπέλι του.»."
(20,2) "«Και αφού συμφώνησε με τους εργάτες [να τους πληρώνει] ένα δηνάριο την ημέρα, τους έστειλε στο αμπέλι του.»"
(20,3) "«Και όταν βγήκε την τρίτη ώρα, είδε άλλους χωρίς δουλειά να στέκονται στην αγορά,»"
(20,4) "«και τους είπε: πηγαίνετε και εσείς στο αμπέλι και ότι είναι δίκαιο θα σας δώσω. Και αυτοί πήγαν.»"
(20,5) "«Ξαναβγήκε την έκτη και ενάτη ώρα και έκανε το ίδιο.»"
(20,6) "«Περίπου κατά την ενδεκάτη ώρα βγήκε και βρήκε κι άλλους να στέκονται χωρίς δουλειά και τους λέει: Γιατί στέκεστε εδώ όλη την ημέρα χωρίς δουλειά;»"
(20,7) "Και του λεν: Διότι κανείς δεν μας προσέλαβε. Και τους λέει: Πηγαίνετε κι εσείς στο αμπέλι και ότι είναι δίκαιο, θα πάρετε.»"
20,2καὶ συμφωνήσας μετὰ τῶν ἐργατῶν ἐκ δηναρίου τὴν ἡμέραν ἀπέστειλεν αὐτοὺς εἰς τὸν ἀμπελῶνα αὐτοῦ.
20,3καὶ ἐξελθὼν περὶ τρίτην ὥραν εἶδεν ἄλλους ἑστῶτας ἐν τῇ ἀγορᾷ ἀργούς,
20,4καὶ ἐκείνοις εἶπεν· ὑπάγετε καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν ἀμπελῶνα, καὶ ὃ ἐὰν ᾖ δίκαιον δώσω ὑμῖν. οἱ δὲ ἀπῆλθον.
20,5πάλιν ἐξελθὼν περὶ ἕκτην καὶ ἐνάτην ὥραν ἐποίησεν ὡσαύτως.
20,6περὶ δὲ τὴν ἑνδεκάτην ὥραν ἐξελθὼν εὗρεν ἄλλους ἑστῶτας ἀργούς, καὶ λέγει αὐτοῖς· τί ὧδε ἑστήκατε ὅλην τὴν ἡμέραν ἀργοί;
20,7λέγουσιν αὐτῷ· ὅτι οὐδεὶς ἡμᾶς ἐμισθώσατο. λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν ἀμπελῶνα, καὶ ὃ ἐὰν ᾖ δίκαιον λήψεσθε.
20,8ὀψίας δὲ γενομένης λέγει ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος τῷ ἐπιτρόπῳ αὐτοῦ· κάλεσον τοὺς ἐργάτας καὶ ἀπόδος αὐτοῖς τὸν μισθόν, ἀρξάμενος ἀπὸ τῶν ἐσχάτων ἕως τῶν πρώτων.
20,9καὶ ἐλθόντες οἱ περὶ τὴν ἑνδεκάτην ὥραν ἔλαβον ἀνὰ δηνάριον.(20,9) "Αυτοί που πήγαν την ενδεκάτη ώρα, πήραν ένα δηνάριο.»."
20,10ἐλθόντες δὲ οἱ πρῶτοι ἐνόμισαν ὅτι πλείονα λήψονται, καὶ ἔλαβον καὶ αὐτοὶ ἀνὰ δηνάριον.(20,10) "«Αυτοί που ήρθαν πρώτοι νόμιζαν ότι θα πάρουν περισσότερα αλλά πήραν κι αυτοί ένα δηνάριο.»"
20,11λαβόντες δὲ ἐγόγγυζον κατὰ τοῦ οἰκοδεσπότου(20,11) "«Όταν το πήραν, μουρμούριζαν κατά του οικοδεσπότη.»"
20,12λέγοντες ὅτι οὗτοι οἱ ἔσχατοι μίαν ὥραν ἐποίησαν, καὶ ἴσους ἡμῖν αὐτοὺς ἐποίησας τοῖς βαστάσασι τὸ βάρος τῆς ἡμέρας καὶ τὸν καύσωνα.
20,13ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν ἑνὶ αὐτῶν· ἑταῖρε, οὐκ ἀδικῶ σε· οὐχὶ δηναρίου συνεφώνησάς μοι;(20,13) "«Αυτός αποκρίθηκε σε έναν από αυτούς: Συνέταιρε, δεν σε αδικώ· ένα δηνάριο δεν συμφωνήσαμε;»"
20,14ἆρον τὸ σὸν καὶ ὕπαγε· θέλω δὲ τούτῳ τῷ ἐσχάτῳ δοῦναι ὡς καὶ σοί·
20,15ἢ οὐκ ἔξεστί μοι ποιῆσαι ὃ θέλω ἐν τοῖς ἐμοῖς, εἰ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρός ἐστιν ὅτι ἐγὼ ἀγαθός εἰμι;(20,15) "«Ή μήπως δεν μπορώ να κάνω ό,τι θέλω με την περιουσία μου; Είναι το μάτι σου πονηρό επειδή εγώ είμαι αγαθός;»"
20,16Οὕτως ἔσονται οἱ ἔσχατοι πρῶτοι καὶ οἱ πρῶτοι ἔσχατοι· πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.
20,17Καὶ ἀναβαίνων ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα παρέλαβε τοὺς δώδεκα μαθητὰς κατ᾿ ἰδίαν ἐν τῇ ὁδῷ καὶ εἶπεν αὐτοῖς.
20,18ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ,(20,18-19)
(20,18) "«Να, ανηφορίζουμε προς την Ιερουσαλήμ και ο υιός του ανθρώπου θα παραδοθεί στους αρχιερείς και γραμματείς και θα τον καταδικάσουν σε θάνατο»"
(20,19) "«και θα τον παραδώσουν στα έθνη να τον εμπαίξουν, να τον μαστιγώσουν και να τον σταυρώσουν και την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί.»"
Είχε προειδοποιήσει ο Ιησούς τους μαθητές του για τον θάνατο και την ανάστασή του;
20,19καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσιν εἰς τὸ ἐμπαῖξαι καὶ μαστιγῶσαι καὶ σταυρῶσαι, καὶ τῇ τρίτη ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.
20,20Τότε προσῆλθεν αὐτῷ ἡ μήτηρ τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου μετὰ τῶν υἱῶν αὐτῆς προσκυνοῦσα καὶ αἰτοῦσά τι παρ᾿ αὐτοῦ.(20,20-21)
(20,20) "Tότε τον πλησίασε η μητέρα των γιων του Ζεβεδαίου με τους γιους της, τον προσκύνησε και του ζήτησε κάτι."
(20,21) "Αυτός της είπε: «Τι θέλεις;» Και της λέει: «Πες να καθίσουν αυτοί οι δύο γιοι μου από τα δεξιά και τα αριστερά σου στην βασιλεία σου.»"
Ποιος ζήτησε από τον Ιησού να καθίσουν οι Ιάκωβος και Ιωάννης εκατέρωθεν του Ιησού στους ουρανούς;
20,21ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· τί θέλεις; λέγει αὐτῷ· εἰπὲ ἵνα καθίσωσιν οὗτοι οἱ δύο υἱοί μου εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.
20,22ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ μέλλω πίνειν, ἢ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; λέγουσιν αὐτῷ· δυνάμεθα.
20,23καὶ λέγει αὐτοῖς· τὸ μὲν ποτήριόν μου πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων μου οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ᾿ οἷς ἡτοίμασται ὑπὸ τοῦ πατρός μου.(20,23) "Και τους λέει: «Το ποτήρι μου θα το πιείτε και στο βάπτισμά μου, στο οποίο βαπτίζομαι, θα βαπτιστείτε· Το να καθίσετε δεξιά μου και αριστερά μου δεν είναι δικό μου για να το δώσω αλλά εκείνων για τους οποίους ετοιμάστηκε από τον πατέρα μου.»"
Πόση δύναμη είχε ο Ιησούς;
20,24καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἠγανάκτησαν περὶ τῶν δύο ἀδελφῶν.
20,25Ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς εἶπεν· οἴδατε ὅτι οἱ ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν.
20,26οὐχ οὕτως ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ᾿ ὃς ἐὰν θέλῃ ἐν ὑμῖν μέγας γενέσθαι, ἔσται ὑμῶν διάκονος,
20,27καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ἐν ὑμῖν εἶναι πρῶτος, ἔσται ὑμῶν δοῦλος·
20,28ὥσπερ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν.(20,28) "«Όπως ο υιός του ανθρώπου δεν ήρθε να υπηρετηθεί αλλά να υπηρετήσει και να δώσει την ψυχή του λύτρο για [την ψυχή] πολλών."
Ο Ιησούς έδωσε τον εαυτό του αντίλυτρο για κάποιους ή για όλους;
Ποιος (ή τι) είναι αντίλυτρο για τους ενάρετους;
20,29Καὶ ἐκπορευομένων αὐτῶν ἀπὸ Ἱεριχὼ ἠκολούθησεν αὐτῷ ὄχλος πολύς.(20,29-30)
(20,29) "Καθώς έβγαιναν από την Ιεριχώ, τους ακολούθησε μεγάλος όχλος."
(20,30) "Και να, δύο τυφλοί καθισμένοι στον δρόμο, άκουσαν ότι περνά ο Ιησούς και φώναξαν: «Ελέησέ μας, Κύριε, υιέ του Δαβίδ.»"
Πότε θεραπεύτηκε ο τυφλός (ή οι τυφλοί);
Πόσοι τυφλοί θεραπεύτηκαν;
20,30Καὶ ἰδοὺ δύο τυφλοὶ καθήμενοι παρὰ τὴν ὁδόν, ἀκούσαντες ὅτι Ἰησοῦς παράγει, ἔκραξαν λέγοντες· ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, υἱὸς Δαυῒδ.
20,31ὁ δὲ ὄχλος ἐπετίμησεν αὐτοῖς ἵνα σιωπήσωσιν· οἱ δὲ μεῖζον ἔκραζον λέγοντες· ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, υἱὸς Δαυῒδ.
20,32καὶ στὰς ὁ Ἰησοῦς ἐφώνησεν αὐτοὺς καὶ εἶπε· τί θέλετε ποιήσω ὑμῖν;
20,33λέγουσιν αὐτῷ· Κύριε, ἵνα ἀνοιχθῶσιν ἡμῶν οἱ ὀφθαλμοί.
20,34σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν, καὶ εὐθέως ἀνέβλεψαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἠκολούθησαν αὐτῷ.(20,34) "Ο Ιησούς τους λυπήθηκε, άγγιξε τα μάτια τους και αμέσως έβλεπαν τα μάτια τους και αυτοί τον ακολούθησαν."
Τελευταία ενημέρωση: 16 Ιουλίου 2016